Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

ΜΕ ΕΝΔΕΚΑ ΨΥΧΕΣ ΕΙΣ ΕΝΔΕΙΑΝ

Επειδή αύριον τρώγω με την εταιρεία* της φυσικής Ιστορίας και λόγου συμπίπτοντος μετά του ιατρού Λευκία και παρόντος του κυρίου Βλαχούτζη Κωνσταντίνου, εκφώνησα εγώ την λέξιν εταιρείαν εν απλότητι. Ο Βλαχούτζης δε ακούων την λέξιν εταιρείαν, μοί λέγει να μην εκφωνήσω εις το εξής αυτήν την λέξιν εταιρείαν. Τω απεκρίθην λοιπόν, διατί κύριε όχι, δεν πρέπει να σας πειράζει αυτή η αξιολάτρευτη λέξις κατά την ακοήν σας, διότι αυτή η καλότυχος λέξις σας έφερεν και εσύναξεν όλους εδώ.

Διατί κύριε όχι......
.........με ένδεκα ψυχές εις ένδειαν.

ΞΗΜΕΡΩΝΕ ΧΙΟΝΙΑΣ . .. πριν ένδεκα μέρες ο Μπέλλιος άκουσε παρατεταμένα χτυπήματα στην πόρτα του σπιτιού του. Ήταν 14 Φεβρουαρίου 1837 και ημέρα της εβδομάδας Τρίτη. […] βλέπω και έρχεται μία γυναίκα εις τον οδάν μου, το εξωτερικόν της οποίας δεν την εδείκνυεν ποταπήν. Μοί λέγει εμβαίνουσα να την συγχωρήσω διότι έρχεται άνευ αδείας εις άνθρωπον τον οποίον δεν γνωρίζει, πλην η ανάγκη την βιάζει να με ενοχλήση και τα παράπονά της να μοί ειπή. Τη κάνω τα δέοντα κομπλιμέντα εις μίαν δάμαν, την δίδω σκαμνί να καθήση και τη λέγω τι κατά δύναμιν θέλω την συντρέξει.
Αρχίζει λοιπόν να λέγη ότι είναι σύζυγος του γνωστού Εμμανουήλ Ξάνθου Πατμίου ο οποίος, ως ηξεύρω, ήτον με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη εις Μπογδανίαν και Βλαχίαν (Μολδοβλαχία) τον καιρόν της εκεί αποστασίας και ότι ένδοξα και μεγάλα κατορθώματα εποίησε πλείονα και από τα του Υψηλάντου. Τοιούτου ανδρός σύζυγος(ελέγετο Σεβαστή) ούσα, αυτή εξακολουθεί, ο οποίος αν ήτο εδώ ουχί μόνον τον σταυρό του Σωτήρος ήθελε λάβει, αλλά και το πρώτο υπούργημα εις το ελληνικό κράτος ήθελε έξη, ευρίσκομαι ήδη με ένδεκα ψυχές εις ένδειαν και μεγάλην στενοχώριαν και αύριον ο διδάσκαλος Βάμβας* τω οποίω χρεωστώ υπέρ τας δύο χιλιάδας δραχμάς θα μου πωλήση ο σπίτι, ενέχυρον εις αυτόν εις δημοπρασίαν και που να υπάγω η κακομοίρα να καθήσω με τόσας ψυχάς, όθεν σας παρακαλώ να με συντρέξητε όπως οίδατε. Τη είπον λοιπόν και εγώ εις απάντησιν της παρακλήσεώς της ότι εγώ δεν είμαι κάτοικος των Αθηνών δια να δυνηθώ να δανείσω, είμαι οδοιπόρος, είμαι ξένος και επί ποδός, μετά τινάς ημέρας μισεύω και μόλις δύναμαι να εξοικονομήσω τα έξοδα του δρόμου μου και λυπούμαι διότι δεν ημπορώ να σοί συντρέξω. Πληροφορηθείσα την αλήθειαν και τους ορθούς λόγους άρχισε να με παρακαλέση δια τον άνδρα της όστις από άκραν μελαγχολίαν του έπεσεν εις μίαν τοιαύτην μελαγχολίαν και υποχοντρίαν, ώστε κατήντησε να ζήση εις το μοναστήρι του Ματζινένη εις Βλαχίαν ως ένας ασκητής και είναι αδύνατον να πεισθή να έλθη εις την γυναίκα του και φαμιλίαν του.
Περί τούτου έγραψεν και ο Ρίζος, κατά προσταγήν του Άρμανσμπέργκ, τω ελληνικώ προξένω Σακελλαρίω εις Βουκουρέστι δια να κάμη ό,τι δύναται και με έξοδα να τον εφοδιάση και χωρίς άλλο να τον ξεκινήση δια εδώ και με το να μη βλέπη κανέναν καρπόν των τόσων υποσχέσεων από μέρους του Ρίζου και των τόσων καλών λέξεών του, άρχισε να υποπτεύηται τον κύριον Ρίζον, ότι δεν γράφει, αλλά ούτε ενεργεί και μάλιστα οι περί τον Ρίζον άνθρωποι την πληροφορούν το εναντίον, διότι φοβείται αυτόν, και όχι μόνον ο Ρίζος, αλλ΄όλοι οι εν υπουργήμασιν όντες συγγενείς του, οίον ο Παναγ. Σούτζος και οι λοιποί, καθ΄ότι αυτού ενταύθα ερχομένου, θα πάρη αυτός το πρώτον και καλύτερον υπούργημα, ίσως και του Ρίζου, διότι όχι μόνον είναι πεπαιδευμένος άνθρωπος, αλλά και δικαίωμα μέγα έχει εις την Ελλάδα. Τη υπεσχέθηκα λοιπόν ότι κατά τούτο ημπορώ, περνών από το Βουκουρέστι* να τη δουλεύσω. Αυτήν την συμβουλήν εδυνήθην να δώσω αυτή τη γυναικί και ουτωσί απήλθεν.
*Σχήμα λόγου κατ΄επωνυμίαν.
* Ο Νεόφυτος Βάμβας διορίστηκε λίγο αργότερα τον Σεπτέμβριο του 1837 καθηγητής φιλοσοφίας στο νεότευκτο τότε Οθωνείον, Καποδιστριακόν σήμερα Πανεπιστήμιον.
* Πράγματιο ο Εμμανουήλ Ξάνθος ήλθε στην Ελλάδα το φθινόπωρο του ιδίου έτους 1837. Στο Βουκουρέστι τότε ήταν πρόξενος ο εκ Καστορίας Δημήτριος Σακελλάριος που μ΄έξοδά του τυπώθηκε στη Βούδα το 1818 ΤΟ ΜΕΓΑ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙΟΝ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου