Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

Θέλετε ηξεύρει λοιπόν Μακρυγιάννη...

20 Φεβρουαρίου 1837, Δευτέρα […] Από το Νοσοκομείον εξελθόντες επήγαμεν και εις τον Συνταγματάρχη Μακρυγιάννην, τον πλησίον του Νοσοκομείου κατοικούντα, τον οποίον και κλινήρη εύρομεν. Μεταξύ πολλών λόγων με ερωτά αν φεύγω από Αθήνας συγχυσμένος και πειραγμένος δια το αχρείον προς εμέ φέρσιμον των Αθηναίων, των ταλαιπώρων και κακορίζικων ανθρώπων. Όχι τω είπον, ότι αυτούς τους θεωρώ ως ανδράποδα, φεύγω μ΄όλον τούτο λυπημένος δια την περιφρόνησιν την οποίαν οι συμπατριώται μου Μακεδόνες δοκιμάζουν από την διωρισμένην επιτροπήν τού να εξετάσουν τα δίκια των πολεμησάντων στρατιωτών και κατ΄αξίαν να εκτιμούν αυτούς με προβιβασμούς. Και λυπούμαι ν΄ακούω καθ΄εκάστην τα μέχρι ουρανού δίκαιά τους, να περιφρονούνται με αυτόν τον απρεπή τρόπον. Θέλετε ηξεύρει λοιπόν, Μακρυγιάννη, ότι η περιφρόνησις των συμπατριωτών μου θεωρείται ως εδική μου περιφρόνησις και λυπούμαι διότι τούτο δεν εγνώριζα, όταν έπρεπε να γνωρίζω. Μοί είπεν ότι δίκαιον έχω και ότι κάκιστοι και ασυνείδιστοι άνθρωποι εδιωρίσθησαν επί κεφαλής αυτής της επιτροπής και ότι αυτός μέλος αυτής ών (αν και είναι) βλέπει τας γινομένας καταχρήσεις και μόνος ών (επειδή είναι) δεν δύναται να απαντήση αυτάς.

Ο ίδιος ο Μακρυγιάννης – αυτός που μένει αδιάπτωτα από κάθε άποψη μια μοναδική κι΄ανεπανάληπτη εξαίρεση- στ΄απο-μνημονεύματά του γράφει:«Σ΄αυτήνη την γης οπού ζυμώσαμεν με το αίμα μας θέλουν να μας θάψουν αδίκως και παράωρα όσοι μας κάναν σίγρι (χάζευαν) από μακρυά, όταν κιντυνεύαμεν. Μας πήραν τη ματοκυλισμένη μας γης, τη αγόρασαν από ένα γρόσι το στρέμμα και βάλαν εμάς με τ’ αλέτρι να τραβούμε το γενί και βγάνομεν των συγγενών μας τα κόκκαλα και οι αφεντάδες μας περπατούνε με τις καρότζες τους και οι αγωνισταί δεν έχουν ούτε γουμάρι και ξυπόλυτοι και γυμνοί διακονεύουν εις τα σοκάκια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου